Μήνας: Αύγουστος 2018

«ΤO ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΟΡΩΝ. ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ…» ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΚΡΙΤΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ, ΤΗΣ ΛΙΝΑΣ ΜΠΑΣΟΥΚΟΥ.

“Το βιβλίο μου πίστευα πως ήθελα να το γράψω για πολλούς λόγους: Σαν μνημόσυνο για τους σκοτωμένους μου, σαν σιωπηλό μοιρολόι, σαν κλάμα που στάλαζε γραμμή από την ψυχή μου, σαν ξέσπασμα στο παράπονο γιατί αναγκάστηκα να περάσω τόσο φοβερά παιδικά χρόνια και να ζήσω τρέχοντας κι όχι αργά και φυσιολογικά. Να ξεριζωθώ και να ζω σε ξένη χώρα φιλόξενη αλλά μακρινή κι αλλόφυλη” (Δήμητρα Σ. Πέτρουλα, Πού ‘ναι η μάνα σου μωρή; εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2011).  Μέσω της μνήμης καθίσταται παρόν ένα ιδιαίτερα επώδυνο παρελθόν, όταν, ενήλικη πια, η Δήμητρα Πέτρουλα προχωρά με χειρουργική ακρίβεια στην ανατομία της οικογενειακής της ιστορίας, καταθέτοντας τη μαρτυρία της για τα γεγονότα που συνδέθηκαν με την εξόντωση των δικών της ανθρώπων κατά την περίοδο του Εμφυλίου πολέμου. Το 1946, στο σπίτι του αγωνιστή του ΕΛΑΣ Σωτήρα Πέτρουλα στη Μάνη, οι Έλληνες συνεργάτες των Γερμανών ρωτάνε επίμονα τη μικρή Δήμητρα πού είναι η μάνα της. Λίγο αργότερα, το τετράχρονο κορίτσι βλέπει την αυλή του σπιτιού της να γεμίζει με τα πτώματα μελών της οικογένειάς της.

Σττην τρέχουσα ελληνική θεατρική πράξη, τα γεγονότα του Εμφυλίου τροφοδοτούν με γόνιμο τρόπο τις αναζητήσεις των δημιουργών (ενδεικτική είναι η Πλατφόρμα Νέων Δημιουργών: «Θέμα Εμφύλιος» που διοργάνωσε η Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου της Ελλάδας το 2016). Αναδεικνύεται έτσι η  τάση συνθετικής θεώρησης των ποικίλων διαστάσεων (ιδεολογικών, πολιτικών αλλά και κοινωνικών) ενός ιδιαίτερου κεφαλαίου της Ελληνικής ιστορίας, υπό το πρίσμα της καλλιτεχνικής  προσέγγισης. Εντασσόμενο στο παραπάνω ερευνητικό καλλιτεχνικό πλαίσιο, έπειτα από μια επιτυχημένη παραστασιακή πορεία στην Ελλάδα το αυτοβιογραφικό αφηγηματικό κείμενο “Πού ‘ναι η μάνα σου μωρή;” της Δήμητρας Σ. Πέτρουλα, σε θεατρική διασκευή Σοφίας Αδαμίδου και σε σκηνοθεσία Ένκε Φεζολάρι παρουσιάστηκε το Σάββατο 12 Απριλίου 2018 στο Ferencvárosi Művelődési Központ της Βουδαπέστης. Η παράσταση φιλοξενήθηκε στην Ουγγαρία έπειτα από πρωτοβουλία του Πολιτιστικού Συλλόγου Ελλήνων Ουγγαρίας, στο πλαίσιο των εορταστικών εκδηλώσεων που λαμβάνουν χώρα στην ουγγρική πρωτεύουσα για τα 100 χρόνια του ΚΚΕ.

Σε αρμονία με τη συνολικά αφαιρετική σκηνοθετική σύλληψη του Φεζολάρι, ο σκηνικός χώρος  διαμορφώνεται λιτά και λειτουργικά. Αποτελείται από μερικά παλιά μπαούλα και από μια σειρά κεριών κυκλικά τοποθετημένων στο βάθος της σκηνής, που παραμένουν αναμμένα σε όλη τη διάρκεια της παράστασης (μετωνυμική αναφορά στη άσβηστη μνήμη για τα θύματα του Εμφυλίου). Η κατάδυση της ενήλικης ηρωίδας σε μια παιδική ηλικία αδόκητα τραυματική αποδίδεται με ευαισθησία κι εσωτερικότητα από τη Βέρα Κρούσκα, καθώς στην αρχή του παραστασιακού ταξιδιού οι υποκριτικές ποιότητες της ηθοποιού εστιάζουν στην αθωότητα και στο ξάφνιασμα του παιδιού που γίνεται μάρτυρας σε επεισόδια ακραίας βίας. Το ξετύλιγμα της ιστορίας αποκτά θεατρική ισχύ με τη σκηνική αποτύπωση του πόνου, του φόβου, του θυμού, της  εγκαρτέρησης, του παράπονου, της απορίας, ενώ η ερμηνεύτρια του μονολόγου πλαισιώνεται από την Ορνέλα Λούτη και την Αγάπη Παπαθανασιάδου, οι οποίες αναπαριστούν με εύστοχο τρόπο καίρια στιγμιότυπα της αφήγησής της.

Η μνήμη λειτουργεί βασανιστικά για την ηρωίδα, παράλληλα ωστόσο μπορεί να αποκτήσει μια πτυχή θεραπευτική για την πορεία των ατόμων και των κοινωνιών, καθώς ανοίγει έναν εν δυνάμει διάλογο τόσο με τους αναγνώστες του βιβλίου όσο με τους θεατές στο τέλος της  παράστασης. Όσο κι αν είναι σφραγισμένο με τα χρώματα της βίας και του θανάτου, το συγκεκριμένο φορτίο ζωής είναι ίσως σε θέση να δώσει πνοή σε σε οράματα ανθρωπισμού κι ελπίδας: “Τελικά, πίστεψα πως είχα υποχρέωση να το γράψω σαν ελάχιστη ανταπόδοση στην πολύτιμη και συνάμα βαριά κληρονομιά που μου αφήσανε οι σκοτωμένοι μου γονείς και τ’ αδέρφια μου. Τη ζωή τους τη χαρίσανε όπου εκείνοι πιστεύανε πως έπρεπε. Αδιαφιλονίκητο δικαίωμα τους. Σε μένα όμως, είτε το ‘θελα είτε όχι, αφήσανε το σκοτωμό τους. Έτσι αποφάσισα να γράψω ρωτώντας κι όλους όσους δεχτήκανε και δέχονται την ίδια με μένα κληρονομιά, όπου κι αν βρίσκονται, είτε στην πατρίδα μου είτε στη Χιλή είτε στη Νικαράγουα είτε στο Λίβανο είτε στην Αφρική, ή όπου αλλού. Τι θα την κάνουμε αυτή μας τη βαριά κληρονομιά; Μέτρο να μετράμε το μίσος, αίμα να ποτίζουμε την εκδίκηση, ή μαχητή ακούραστο και φύλακα ακοίμητο της Ειρήνης;”

Advertisements