papadopoylos

ΕΚΔΡΟΜΗ ΣΕ ΜΕΡΗ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ

Στην εκδρομή δεν πήγα. Ξεδίψασα από τη μέθη των φίλων μου, από τα πρόσωπά τους, από την αναζωπύρωση της θράκας ή απλώς της λήθης. Χόρτασα. Τους άκουσα να μιλούν και η Ελατού μπήκε στην καρδιά μου. Κι ας μην την επισκέφτηκα. Έμαθα για τη δροσιά της σταγόνας της, τις κινήσεις των ξωτικών που ζωντάνεψαν ανάμεσα στα δέντρα της, το ανέβασμα της ανθρώπινης αλυσίδας, τη συντροφιά του νυσταγμένου φεγγαριού που μάλλον μόνο εκείνο πήγαινε για ύπνο. Για τα ποιήματα έμαθα, από στόματα άξιων της ζωής.
Κάτι άνθισε σε μια χειμωνιάτικη εκδρομή. Είκοσι τρία πρόσωπα, και η γέννα πώς να φυλακιστεί; Όπου κι αν βρίσκεσαι, ελεύθερος είσαι να τη δεις στα βουνά, στων τρεχούμενων νερών τις ροές, στα ποταμίσια λουλούδια που αναμένουν ήρεμα στη γήινη αγκαλιά, στις λειασμένες πέτρινες μορφές σαν αναδύουν πεύκα και σκίνα στον αιθέρα, στη φροντίδα του Δασκάλου μας που δείχνει στην πράξη πως δεν είμαστε μόνοι, πως δίνεις χωρίς να περιμένεις, πως παίρνεις απ’ τον πυρήνα του μεγαλείου των υπάρξεων, πως υπάρχουν τρόποι να ξεδιψάσεις τη δίψα για ατόφιο χρυσάφι…
Αυτή, η αυθεντική επικοινωνία, που φαίνεται πως σε όλους μας έχει τόσο λείψει, που την αναζητούμε σαν ξεραμένο χώμα σε απρόσωπες πόλεις της βιάσης, ρυθμούς εκκωφαντικούς, διαθέσεις υπολογιστικές και στείρες. Και σαν γνέφει στα κύτταρά μας πως εδώ, κάπου, κάποτε, τώρα, για πάντα βρίσκεται η λιτή λευκή φορεσιά της, εμείς πώς να της αντισταθούμε; Της δίνουμε χρυσές σταλιές και τη φωνάζουμε, ευλογία.
Μια εκδρομή σε μέρη που αγαπάμε, με ανθρώπους αγκαλιασμένους. Μια ποίηση επισκεφτήκαμε, Άγιε Φλεβάρη.

Φιλικά

Αιμιλία Πανταζή

…από τη Μολυβούπολη

ΧΡΥΣΑ ΣΚΟΙΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΣΤΟΥΜΙ ΤΟΥ ΟΥΓΚΟΣΤΙΝΟ

10897820_326641207535232_1877087949507359184_n

Νέος χρόνος, ανήξερος μας ακολουθεί. Εισχώρησαν σαν άνεμοι οι προσδοκίες μας στο κόκκινο σακούλι του.

«Καινούριε χρόνε να μου φέρεις… …, να μου φέρεις…, φέρε μου…»

Και οι στιγμές κυλούν σαν ποτάμι. Στις όχθες του ρέει το 2015, προσπερνά, τη θέση του αφήνει στον επόμενο. Τον αποχαιρετάμε. Τι έχουμε να του πούμε;

«Τις ευχές και όσα περιμένουμε από σένα, μόνοι μας θα τα πραγματοποιήσουμε.»

Χαμογέλασε και μας αποκάλυψε το περιεχόμενο της βαριάς αποσκευής του…

Σκοινιά. Σκοινιά που ξετυλίγουμε, παρατηρούμε, συνομιλούμε μαζί τους σε γλώσσες παράξενες. Σκοινιά που ενώνονται, αφού… «στη ζωή ζούμε εν σχέση»

Και από βάρος, τα σκοινιά γίνονται όνειρα!

Ο χώρος γεμίζει με πλούσια πρωινά, νερά, δάση, αγκαλιές, αντίλαλους, ρόδια, ψυχές, δρόμους, φίδια σύμβολα μεταμόρφωσης, σκοινιά που ονειρεύονται πως γίνονται… μαλλιά.

Σαν νύμφη τη στολίζαμε με τα μαλλιά που διάλεξε. Κάλεσε την ηλιαχτίδα.  Θέλησε να τις τα χαρίσει.

Μα πώς εκείνη να την συναντήσει; Ποιο δρόμο της καρδιάς να ακολουθήσει;

Παγωμένη αισθάνεται τις πατημασιές πάνω στο σκούρο ύφασμα. Κυκλοφοριακό ανθρώπινο χάος διακρίνει στην ύφανση.  Αναρωτιέται αν θα μπορούσε να επιβιώσει εκεί…

«Είναι ο δικός σου δρόμος ηλιαχτίδα;»

Παραδίπλα η πορεία των αστείρευτων υλικών, της διασκέδασης.

«Μπορεί η ζωή να είναι μόνο έτσι; Θα ‘ναι η αυθεντική που ζητάς;»

Η ηλιαχτίδα διαβαίνει κεντρικά. Ίσως οδηγηθεί στον προορισμό της.

Σταματά στο πρώτο εμπόδιο. Και που νόμιζε πως θα ‘ταν εύκολο…

Συνεχίζει. Σταματά.  Με παράπονο το ξεσκεπάζει. «Γιατί άργησες;» ρωτά, μα πρέπει να συνεχίσει – δεν έχει άλλο χρόνο διαθέσιμο.

Συνεχίζει. Σταματά και πάλι. Πισωκοιτά. Δεν το φοβάται, την περιμένει η νύμφη.

Συνεχίζει. Σταματά. Λύνει γρίφους, σιωπά.

Ώσπου, η νύμφη με τα χρυσά μαλλιά στέκεται ολοζώντανη μπροστά της. Με την ομορφιά της να αναμένει το φως της ηλιαχτίδας.

«Να δοθούν τα όνειρα στους ανθρώπους!», αποφάσισαν.

10930892_326640924201927_7033356198568646199_n

Σε ρυθμική αλληλεγγύη η μοιρασιά. Τα χρυσά σκοινιά ένα ένα αφαιρούνται. Σε σχήματα ενώνονται, σε γραμμές, σε αόρατα νήματα που δένουν τους ανθρώπους σε γεύμα αγάπης. Κι όλοι σε κυκλωτικό ενωτικό χορό, σε διάσταση ουτοπική, που τελικά, πόσο μπορεί να απέχει από την ίδια τη ζωή; Απ’ τη ζωή και το όνειρο του Ουγκοστίνο;

Ενός Πεταλουδόσαυρου, που την αίσθηση της πείνας του καλύπτουν με έτοιμο χυλό από νέκταρ και άκανθους, που χωρίς παράθυρα και καθρέπτες ο απάνθρωπος πύργος του τού ζητά να φορέσει στερητικό κοστούμι ενός άλλου πλάσματος.

Όταν η πείνα και η δίψα ξεχειλίζει το περίγραμμα, βρίσκει τρόπους αναζήτησης του αληθινού κουστουμιού. Κάποιος ίσως «υποχρεωθεί» και σταθεί δίπλα του στον πόνο, στη γνώση, στην αποτυχία, στην συνειδητότητα, στην ελπίδα, στη χαρά, στη σπίθα εκείνη που ανάβει χωρίς να καίει.

Και ο Πεταλουδόσαυρος με τη τραχιά επιφάνεια του δεινόσαυρου και τα φτερά πεταλούδας στην πλάτη δραπετεύει στο άγνωστο. Δεν μπορεί πια να γυρίσει πίσω.

«Ουγκοστίνο… Ουγκοστίνο που είσαι; Ουγκοστίνοοοοοοοοοοοοο…»

 

Αιμιλία Πανταζή

Ο κυρ Αλέξανδρος στο Θεατρικό Εργαστήρι Παύσις!

«Kαρδιά του χειμώνος. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα» ευωδιάζουν στο Θεατρικό Εργαστήρι Παύσις.
Αντικείμενα προλαλούν τον ερχομό των λέξεων του Κυρ Αλέξανδρου…

Η πατατούκα του…

«Kαι αυτός εσηκώνετο το πρωί, έρριπτεν εις τους ώμους την παλιάν
πατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της
ευτυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιον αγοράν,
μορμυρίζων, ενώ κατέβαινεν από το παλαιόν μισογκρεμισμένον σπίτι, με
τρόπον ώστε να τον ακούη η γειτόνισσα:

― Σεβτάς είν’ αυτός, δεν είναι τσορβάς…• έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας.»

Χριστόψωμο των καρπών και το μπηγμένο μαχαίρι…

«Περί την αυγήν, η Διαλεχτή επέστρεψεν εκ του ναού, αλλ’ εύρε την πενθεράν της περιβάλλουσαν διά της ωλένης το μέτωπον του υιού αυτής και γοερώς θρηνούσαν.
Ελθούσα αύτη προ ολίγων στιγμών τον εύρε κοκκαλωμένον και άπνουν. Επάρασα τους οφθαλμούς, παρετήρησε την απουσίαν του χριστοψώμου από του σανιδώματος της εστίας, και αμέσως ενόησε τα πάντα. Ο Καντάκης έφαγε το φαρμακωμένο χριστόψωμο, το οποίον η γραία στρίγλα είχε παρασκευάσει διά την νύμφην της.»

Καραβάκι της μνήμης…

«Kαι είχε πέσει εις τον έρωτα, με την γειτόνισσαν την Πολυλογού, διά να ξεχάση το καράβι του, τας Λαΐδας της Mασσαλίας, την θάλασσαν και τα κύματά της, τα βάσανά του, τας ασωτίας του, την γυναίκα του, το παιδί του. Kαι είχε πέσει εις το κρασί διά να ξεχάση την γειτόνισσαν.»

Κόκκινο βαθύ το χρώμα του κρασιού…

« – Θέλεις ν’ ανάψω φωτιά;
– Άναψε και δόσε μου ν’ αλλάξω.
Η Διαλεχτή εξήγαγε εκ του κιβωτίου ενδύματα διά τον σύζυγόν της και ήναψε πυρ.
– Θέλεις κανένα ζεστό;
– Δεν μ’ ωφελεί εμένα το ζεστό, είπεν ο καπετάν Καντάκης. Κρασί να βγάλης.»

Ήχος από μπρούτζινο γουδοχέρι…

«Περί το μεσονύκτιον εσήμαναν παρατεταμένως οι κώδωνες. Η Διαλεχτή ηγέρθη, ενεδύθη και απήλθεν εις την εκκλησίαν.»

Και τ’ αλογάκι στο Καρουζέλ… όπως και η καρδιά μας.

Τι κι αν «κυρ Αλέξανδρε σ’ απαρνήθηκαν γιατί η κτίση έχει γεράσει.»
«Άσπρισαν τα σωθικά» της Ομάδας γι άλλη μια φορά!!

ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ

Λίγες σκέψεις, με το βιβλίο του Δασκάλου στα χέρια…

 

Θα ‘θελα να σου πω περισσότερα, αλλά δεν γνωρίζω τον τρόπο.

Πώς να σε περιγράψω, που από τις πρώτες αναγνώσεις μου νιώθω αδιόρατα ότι κάτι ιδιαίτερο συμβαίνει εδώ;

Ένα βιβλίο μπορεί να οριστεί «μαγικό» όταν όλα του ευωδιάζουν δυσεύρετη, επίπονη, φωτισμένη Αλήθεια;

 

Σε πήρα στα χέρια μου. Άνοιξα τυχαία κάποιες σελίδες σου. Διάβασα λίγες αράδες.

Το δωμάτιο πλημμύρισε…

Αγάπη

Ελευθερία

Αλήθεια

Δικαιοσύνη

Γαλήνη

Πίστη

Μοναχικότητα

Θέληση

Υπομονή

Επιμονή

Παρατηρητικότητα

Σιωπή

Αυτοπειθαρχία

Ισορροπία

Αυθορμητισμό

Ρίσκο

Ακεραιότητα

Ευαισθησία

Ομορφιά

Έκφραση

Σοφία

… …

 

Μες στο δωμάτιο ένιωσα να οδεύω, να υψώνομαι, να αιωρούμαι, ώσπου το ταβάνι χάθηκε.

Το σώμα μου κοίταζα που χαραζόταν, άνοιγε, πλάταινε, για να διαρρεύσει διπλή κραυγή μέθεξης από οδύνη και ηδονή.

Ένα βιβλίο ρίζωσε. Πρόσφατα απέκτησε τρυφερά φύλλα λεύκας. Φανταστείτε το.

Αιμιλία Π.